άρθρο
H Σταυρινή αφηγείται ιστορίες από τη ζωή της

H Σταυρινή αφηγείται ιστορίες από τη ζωή της

  • Μεγάλωσε ανάμεσα στα πρόβατα και τα κατσίκια, στον Αστυφιδόλακκο του Αίπους είναι ο μικρός της παράδεισος

Τις δυο προηγούμενες μέρες είχε καταιγίδες, οι πρώτες δυνατές βροχές του φετινού χειμώνα. Με τον Στρατή κινηθήκαμε αργά με το αυτοκίνητο στο στενό και λασπωμένο δρόμο πάνω στο βουνό. Τριγύρω μας βράχια, πέτρες και ζώα· κυρίως κατσίκια αλλά και πρόβατα, αγελάδες, σκυλιά, άλογα.

Τους είδαμε από μακριά να κάθονται σε ένα σωρό από πέτρες, είχαν φτιάξει ένα μικρό ίσιωμα και σ’ ένα τραπέζι με δυο καρέκλες έπιναν τον καφέ τους· γύρω τους τρία μικρά κατσίκια, ένα πρόβατο και δυο σκυλιά: «Είναι μικρά ακόμα, τα ταΐζω με το μπιμπερό, δεν τα έχω με τα άλλα. Σε όλα έχω ονόματα, τα κατσικάκια είναι ο Λαουρίτος, η Σαραντούλα και η Ομορφούλα και το προβατάκι ο Αντώνιος, έτσι λέγαν τον πρωταγωνιστή σε ένα βραζιλιάνικο σήριαλ. Το όνομά μου είναι Σταυρούλα, αλλά όλοι με φωνάζουνε Σταυρινή· Σταυρινή λέγαν και τη γιαγιά μου. Ο Αντώνης δεν ήτανε βοσκός, είναι από την Κρήτη, ήρθε στρατιώτης στη Χίο το ’75· το ’77 που τέλειωσε το στρατό παντρευτήκαμε· ήμουνα δεκαπέντε χρονών όταν τον γνώρισα. Παντρεύτηκα μικρή γιατί ήθελα να φύγω από τον πατέρα μου, θεός σχωρέστον αλλά ήταν πολύ σκληρός άνθρωπος. Την μαμά μου δεν τη γνώρισα, πέθανε λίγες μέρες πριν χρονίσω. Ήμουν η μικρότερη από επτά αδέλφια. Όποτε τα κατάφερνα κατέβαινα από δω πάνω, επτά χιλιόμετρα με τα πόδια, για να πάω στο σχολείο, ήθελα τόσο πολύ να μάθω γράμματα! ο πατέρας μου δεν με άφηνε. Ήμασταν μετακινούμενοι, πότε εδώ πότε στο Δαφνώνα, πότε στο Πυργί, αλλά εγώ ήμουν γραμμένη εδώ στο Βροντάδο, από δω πήρα το απολυτήριο του δημοτικού. Πράξεις δεν μπορώ να κάνω στο χαρτί, όποτε χρειάζεται τις κάνω με το μυαλό μου».

Ο Αντώνης είναι έξω στη βροχή για να μαζέψει τα ζώα. «Δόξα σοι ο θεός ο Αντώνης είναι πολύ καλός άνθρωπος, με αγαπάει, τον αγαπάω, ζούμε όμορφα μαζί. Δεν έχουμε πολλά ζώα, καμιά κατοστή, τώρα το φτιάχνουμε το κοπάδι που ο Αντώνης έχει μείνει άνεργος. Έχω κτηνίατρο άμα χρειαστεί αλλά έχω μάθει, κοιτώ το ζώο και ξέρω αν είναι άρρωστο και τι έχει· εγώ τα ξεγεννάω, το πρώτο που προσέχω είναι να βγει σωστά το κεφαλάκι τους.»

Ψηλά, στην σιδερένια πόρτα της εισόδου, υπάρχει μια μικρή πινακίδα που γράφει: ΟΔΟΣ ΑΣΤΕΡΟΥΣΙΑ ΟΡΗ, Ο ΜΙΚΡΟΣ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟΣ και από κάτω ο αριθμός σαράντα δύο. «Το σπίτι μας στην Κρήτη είναι στον δήμο Αστερουσίων στο Ηράκλειο, γι’ αυτό το ‘γραψα· το σαράντα δύο το βρήκα πεταμένο. Η περιοχή λέγεται Αστυφιδόλακκος και εδώ ήταν το μαντρί του παππού μου, -το Μπουλάδικο γυρισματάκι έτσι το λέγανε- αλλά δεν υπήρχε τίποτα, μόνο η περίφραξη και πέτρες· εμείς τα τελευταία χρόνια τα φτιάξαμε όλα, την κουζινίτσα, το σπιτάκι, την ταρατσούλα για το καλοκαίρι, τα δέντρα· έχουμε πενήντα δύο ρίζες ελιές, αλλά και κυδωνιές, μουριές, συκιές, ροδακινιές.

«Τέσσερις φορές είδα στον ύπνο μου την Αγιά Παρασκευή, κάμαμε αυτό το εικονοστάσι μέσα στη μάντρα γιατί για έξω ήθελε άδεια. Τώρα όμως χτίζομε τούτο, εδώ δίπλα στη χουβέλα, πέτρα πέτρα· θα το σκεπάσομε, θα βάλομε και πόρτα για να μην έρχονται τα ζα. Θέλω κάποιος να τα γράψει για να μείνει η ιστορία, γιατί όταν θα φύγω εγώ, να ξέρουν οι άνθρωποι να έρχονται να ανάβουν το καντήλι. Εδώ υπήρχαν χωριά, Μεροβίγλι, Φουντάνα, … γι᾽αυτό και είναι οι σωροί από τις πέτρες, το σωστό τους όνομα είναι χουβέλες, σωρούς το λένε τώρα. Υπήρχε στη Φουντάνα μια παλιοεκλλησιά, έτσι την έλεγε ο πατέρας μου, και εγώ είπα ότι πρέπει να ήταν Αγιά Παρασκευή γιατί ήρθε στον ύπνο μου και αυτή μου ‘δειξε το μέρος για να κάνω το προσκυνητάρι. Έχω ένα εικόνισμα της στον Άγιο Ματθαίο να σαραντίσει και θα το φέρω εδώ.» Μας δείχνει στο βράχο πού έχουν χαράξει την ημερομηνία που ξεκίνησαν να το φτιάχνουν.

Διαβάστε επίσης

«Έχει περάσει πολύς κόσμος από δω, αλλά το καλύτερο είναι κάθε Πέμπτη που έρχονται οι φίλοι μας μόλις βραδιάσει, και τρώμε, πίνουμε, γελάμε. Μένουμε τουλάχιστον δυο μέρες τη βδομάδα εδώ· Μείναμε και χθες με την κακοκαιρία για να προσέχουμε τα ζα.

«Λένε ότι εδώ ζούσε μια γριά που είχε κρύψει σε μια χουβέλα θησαυρό: Στον μπροστινόπισω σωρό, ότι θα βγει ο ήλιος, είναι το μεγαλύτερο βιός. Έχουν έρθει και ψάχνουν αλλά κανείς δεν βρήκε τίποτα, και η αρχαιολογία έχει έρθει και έκαμε και τούτο το παρατηρητήριο. Είμαι η τελευταία που μεγάλωσα εδώ πάνω, ξέρω όλα τα μονοπάτια, έχουν χαθεί πια αλλά μπορώ να σας πάω παντού από δω. Κατεβάζαμε το κοπάδι μια μέρα δρόμο με τα πόδια στο Πυργί, φτάναμε μέχρι το τέρμα, απέναντι από το Βενέτικο, στην Ουρά.»

Βγήκαμε στη βροχή, μας έδειξε πώς θα συνεχίσουμε για την τελευταία στάνη· σε λίγο όλα είχαν χαθεί στην ομίχλη.


20161129
στην αρχική του μορφή το άρθρο αναρτήθηκε στην aplotaria.gr τον δεκέμβριο του 2016

Σχόλια (0)

Άφησε σχόλιο

Your email address will not be published.

Scroll To Top